Ατσαλής-η άστατη ερωτική μου ζωή 1

 



Άκου πώς έγινε η φάση, γιατί αν δεν τα 'χεις ζήσει, δεν τα πιστεύεις.

Ήμουν 19 χρονών, καλοκαίρι ντάλα, και δούλευα χαμάλης σε σούπερ μάρκετ. Είχα λιώσει στο κουβάλημα, καφάσια, μπίρες, καρπούζια, το σώμα μου έβραζε. Όπως ήμουν, λούτσα στον ιδρώτα, με την αμανίκη GBH μπλούζα μου κολλημένη πάνω μου και τη μοϊκάνα «κάγκελο» από τη λακ να ξύνει το ταβάνι, μπαίνω στην τράπεζα να ανοίξω τον πρώτο μου λογαριασμό.
Εκεί, στο γραφείο, καθόταν η Βάνα. Ξανθιά, γύρω στα 35, με ένα ταγιέρ τόσο στενό που αναρωτιόσουν αν αναπνέει, και ένα ντεκολτέ που «φώναζε» από μακριά. Ακουμπάω τα χέρια μου στο γραφείο και της λέω βραχνά:
— «Θέλω να ανοίξω λογαριασμό... για να μπαίνει το μεροκάματο».

Με καρφώνει με ένα βλέμμα γεμάτο πείνα, γέρνει μπροστά και μου πετάει:

— «Μόνο το μεροκάματο θες να βάζεις, Ατσαλή μου, ή και τίποτα άλλο πιο καλό;»
Εγώ δεν μάσησα. Αρχίσαμε την κουβέντα για μουσικές. Εγώ της έλεγα για Exploited και Γενιά του Χάους, αυτή μου έλεγε για 2 Unlimited και Μπίγαλη. Όταν με ρώτησε αν έχω αντοχές, της το ξέκοψα:
— «Αντέχω λίγο παραπάνω απ’ όσο αντέχω, εσύ;»
Το ραντεβού κλείστηκε για τις τρεις και μισή στο πάρκινγκ πίσω από το σούπερ μάρκετ. Πήγα χύμα, όπως ήμουν από τη δουλειά. Μόλις με είδε, μου όρμησε. Με κόλλησε πάνω σε ένα παρκαρισμένο αμάξι και αρχίσαμε τα γαλλικά. Εκεί όμως που το πράγμα πήγαινε για το «τελικό στάδιο» και ετοιμαζόταν να ξεντυθεί, σκάει ένας τύπος 100 χρονών —ο Διευθυντής της τράπεζας— μαζί με δύο ένοπλους Υπουργούς!
— «Τη γυναίκα μου ρε; Φάτε τον!» ούρλιαξε ο γέρος και οι Υπουργοί όπλισαν και με σημάδεψαν.
— «Μια στιγμή ρε παιδιά, εξηγήστε μου», τους λέω. «Εσύ είσαι ένας αιώνας άνθρωπος και αυτή μπουμπούκι, πώς είναι γυναίκα σου;»
Τότε η Βάνα, μέσα στα κλάματα, μου λέει: «Ατσαλή μου, ο μπαμπάς μου χρωστούσε στην τράπεζα και με πάντρεψε με τον ιδιοκτήτη για να σβήσει τα χρέη!»
Γυρνάω στον Διευθυντή και τον ρωτάω: «Καλά, και οι Υπουργοί τι δουλειά έχουν μαζί σου;»
Κι ο παππούς μου απαντάει ατάραχος: «Υπάλληλοί μου είναι! Τους πληρώνω όλη την τετραετία για να κάθονται, να μην κάνουν και μια δουλειά για μένα τώρα;»
Έτσι έμπλεξα εγώ ο Ατσαλής με το κεφάλαιο και την εξουσία, για ένα ταγιέρ και μια μοϊκάνα!

Σχόλια