Queen of the docks-βιβλίο πρώτο


 Ευρώπη, 2124. Το «Μεγάλο Σκοτάδι» έχει ισοπεδώσει τα πάντα. Τα κράτη κατέρρευσαν και ένας Νέος Μεσαίωνας έχει απλωθεί πάνω από την ήπειρο. Στη Θεσσαλονίκη, η επιβίωση είναι ένα παιχνίδι για λίγους. Η Άνω Πόλη ανήκει στους ολιγάρχες και τη διεφθαρμένη αστυνομία, αλλά το λιμάνι—η σκουριασμένη καρδιά της πόλης—ανήκει σε εκείνη.

Η Σούζι δεν είναι η ηρωίδα που περίμενε ο κόσμος. Με κοντό, πλατινέ ξανθό μαλλί, ένα τσιγάρο μόνιμα στα χείλη και ένα παλιό δερμάτινο perfecto πάνω από ένα μαύρο μίνι φόρεμα, διοικεί τη διαβόητη «Ζώνη 4». Είναι η αρχηγός των περιθωριακών, των αόρατων, εκείνων που η ιστορία ξέχασε στα συντρίμμια των προβλητών.

Όταν ένα πλοίο-φάντασμα καταφθάνει στον Θερμαϊκό μεταφέροντας το πιο πολύτιμο φορτίο του νέου κόσμου—καθαρούς σπόρους—ξεσπάει ένας ανελέητος πόλεμος. Η Σούζι θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις «Μαύρες Στολές» της αστυνομίας σε μια πολιορκία που θα κριθεί ανάμεσα σε σκουριασμένα κοντέινερ, υπόγειες σήραγγες και τους ψυχεδελικούς ήχους μιας μουσικής που αρνείται να πεθάνει.

Αλλά ενώ η πόλη φλέγεται και η εξέγερση πλησιάζει, η Σούζι παλεύει με τους δικούς της δαίμονες. Ποιες είναι οι σκέψεις που την βασανίζουν κάθε φορά που κοιτάζει τη θάλασσα; Τι κρύβεται πίσω από το παγωμένο της βλέμμα και το κολιέ που σφίγγει στο χέρι της;



Κεφάλαιο 1: Η Βασίλισσα της Σκουριάς

Η υγρασία στη Θεσσαλονίκη του 2124 δεν ήταν απλώς νερό στον αέρα· ήταν ένα μείγμα από αλμύρα, οξείδιο του σιδήρου και την αποπνικτική μυρωδιά της καμένης ηλεκτρολογικής μόνωσης. Στο λιμάνι, η ομίχλη είχε το χρώμα του μολυβιού. Οι γερανοί, ακίνητοι για δεκαετίες, έμοιαζαν με σκελετούς προϊστορικών τεράτων που περίμεναν μάταια μια τροφή που δεν θα ερχόταν ποτέ.
Η Σούζι κάθισε στο «θρόνο» της—ένα σκουριασμένο κάθισμα από παλιό λεωφορείο, τοποθετημένο πάνω σε μια ντάνα από παλέτες, στο βάθος της Προβλήτας 4. Άναψε το τσιγάρο της. Η φλόγα του αναπτήρα φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό της. Το πλατινέ ξανθό μαλλί της, κομμένο άτσαλα με μαχαίρι, έκανε αντίθεση με το σκοτάδι που την περιέβαλε.
Φόρεσε το κοντό δερμάτινο perfecto της, κλείνοντας το φερμουάρ μέχρι τη μέση. Το μαύρο μίνι φόρεμα από συνθετικό μετάξι—ένα κειμήλιο από την εποχή πριν την Κατάρρευση—ήταν γεμάτο λεκέδες από λάδια μηχανής, αλλά πάνω της έμοιαζε με πανοπλία. Άπλωσε τα πόδια της, φορώντας τις ψηλές μπότες με τις μεταλλικές σόλες, και κοίταξε προς τον ορίζοντα.
Μια σκέψη την τρύπησε στον κρόταφο, όπως συνέβαινε κάθε φορά που έμενε μόνη με τον ήχο της θάλασσας. Μια εικόνα από ένα σπίτι με κήπο, μια φωνή που την φώναζε με ένα άλλο όνομα, μια γεύση από φρέσκο ψωμί. Έσφιξε τα δόντια της πάνω στο τσιγάρο μέχρι να νιώσει τον καπνό να της καίει τον λαιμό.

Όχι τώρα, σκέφτηκε. Το παρελθόν είναι για τους νεκρούς. Και εγώ είμαι ακόμα εδώ.
«Σούζι;»
Μια σκιά αποκολλήθηκε από τα κοντέινερ. Ήταν ο Σιδεράς. Τα χέρια του, μόνιμα μαυρισμένα από το γράσο, κρατούσαν έναν αυτοσχέδιο μετρητή τάσης.
«Τι θέλεις, Μάρκο;» είπε εκείνη χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Η φωνή της ήταν βραχνή, σαν να είχε καταπιεί την άμμο του Θερμαϊκού.
«Η γεννήτρια στο τομέα Β πνέει τα λοίσθια. Αν δεν βρούμε πηνία, το βράδυ οι προβολείς θα σβήσουν. Και ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Οι "Μαύρες Στολές" θα κάνουν ντου για να μαζέψουν κόσμο για τα κάτεργα της Άνω Πόλης».
Η Σούζι σηκώθηκε. Ο ήχος από τις μπότες της πάνω στο μέταλλο της προβλήτας ακούστηκε σαν πυροβολισμός στην απόλυτη σιωπή του λιμανιού. Περπάτησε προς το μέρος του, αφήνοντας πίσω της μια ουρά καπνού.
«Δεν θα σβήσουν οι προβολείς, Μάρκο. Γιατί απόψε δεν θα ψάχνουμε για πηνία. Απόψε περιμένουμε τον "Άγγελο"».
«Τον "Άγγελο";» ρώτησε ο Σιδεράς μπερδεμένος.
«Το Aethelgard», απάντησε η Σούζι και ένα αχνό, σχεδόν αόρατο χαμόγελο φάνηκε στη γωνία του στόματός της. «Έρχεται από τον Βορρά. Και φέρνει κάτι που η αστυνομία και οι ολιγάρχες στην Άνω Πόλη θα σκότωναν για να το έχουν. Αλλά θα το έχουμε εμείς».
Από το βάθος του διαδρόμου των κοντέινερ, η Ηλέκτρα εμφανίστηκε τρέχοντας. Τα ακουστικά της ήταν κρεμασμένα στον λαιμό της και το πρόσωπό της ήταν χλωμό.
«Σούζι! Έπιασα σήμα! Είναι στα τρία μίλια έξω από το Αγγελοχώρι. Πλέουν χωρίς φώτα, αλλά τα ραντάρ της αστυνομίας στην Άνω Πόλη έχουν ήδη αρχίσει να σαρώνουν τον κόλπο. Έχουμε λιγότερο από μία ώρα».
Η Σούζι πέταξε τη γόπα του τσιγάρου της στο νερό. Η κίνηση ήταν κοφτή, γεμάτη ηλεκτρισμό.
«Ηλέκτρα, ανέβα στον γερανό 2. Θέλω τα μάτια σου παντού. Σιδερά, ετοίμασε τη λάντζα. Θα βγούμε στα ανοιχτά. Αν ο Βάρκας θέλει αυτό το φορτίο, θα πρέπει να περάσει πάνω από τη δική μου προβλήτα».
Καθώς η ομάδα σκορπίστηκε, η Σούζι έμεινε για μια στιγμή μόνη στη σκιά του μεγάλου γερανού. Έπιασε το κολιέ που έκρυβε κάτω από το perfecto της—έναν παλιό κρίκο που δεν είχε καμία αξία στον νέο κόσμο—και τον έσφιξε στην παλάμη της.
Απόψε, ψιθύρισε στον εαυτό της, θα μάθουν όλοι ότι το λιμάνι έχει βασίλισσα.



Κεφάλαιο 2: Η Ανάσα του Θερμαϊκού

Η λάντζα, μια μετασκευασμένη σωσίβια λέμβος με έναν θορυβώδη κινητήρα ντίζελ που ο Σιδεράς είχε «γιατρέψει» με κομμάτια από παλιά φορτηγά, έσκιζε τα μαύρα νερά. Η Σούζι στεκόταν στην πλώρη, αδιαφορώντας για την παγωμένη αλμύρα που χτυπούσε το πρόσωπό της. Το perfecto της είχε ποτίσει υγρασία, αλλά η ίδια έμοιαζε φτιαγμένη από το ίδιο κρύο μέταλλο με το σκάφος.

Άναψε νέο τσιγάρο, προστατεύοντας τη φλόγα μέσα στις χούφτες της. Τα μάτια της, στενά και προσηλωμένα, σκάναραν το σκοτάδι.

«Σούζι, αν μας πιάσουν οι προβολείς των περιπολικών της ακτοφυλακής, είμαστε νεκροί πριν προλάβουμε να πούμε "καλησπέρα"», φώναξε ο Σιδεράς πάνω από το βουητό της μηχανής.

«Δεν θα μας πιάσουν», απάντησε εκείνη χωρίς να γυρίσει. «Η Ηλέκτρα τους έχει στείλει σε λάθος στίγμα. Τους "ταΐζει" παλιά ηχογραφημένα σήματα από το Καλοχώρι. Νομίζουν ότι κυνηγάνε φαντάσματα».

Ξαφνικά, μέσα από την καταχνιά, ξεπρόβαλε ένας όγκος πιο σκοτεινός από τη νύχτα. Το Aethelgard. Ένα παλιό φορτηγό πλοίο, γεμάτο μπαλώματα οξυγονοκόλλησης, που έπλεε αργά, σαν πληγωμένο κήτος. Δεν υπήρχε ίχνος φωτός πάνω του.

«Εκεί είναι», ψιθύρισε η Σούζι.

Πλησίασαν στην πλευρά του πλοίου. Ο Σιδεράς κράτησε τη λάντζα σταθερή με μια δεξιοτεχνία που μόνο ο φόβος του θανάτου μπορεί να διδάξει. Η Σούζι άρπαξε την ανεμόσκαλα. Οι γόβες της δεν ήταν το πιο πρακτικό παπούτσι για αναρρίχηση, αλλά τις χρησιμοποιούσε σαν νύχια, γαντζώνοντας τις σόλες στα σχοινιά με μια αγριότητα που πρόδιδε την εμπειρία της στους δρόμους.

Μόλις πάτησε το κατάστρωμα, η κάννη ενός τουφεκιού βρέθηκε ανάμεσα στα μάτια της.

«Ούτε βήμα, ξανθιά», είπε μια φωνή μέσα από το σκοτάδι.

Η Σούζι δεν κουνήθηκε. Πήρε μια αργή τζούρα από το τσιγάρο της και φύσηξε τον καπνό κατάμουτρα στον ένοπλο. «Καπετάνιο, πες στο σκυλί σου να μαζευτεί. Δεν ήρθα για να ανταλλάξω σφαίρες, αλλά ελπίδα».

Ένας άντρας με γενειάδα και μια στολή που είχε χάσει το χρώμα της εδώ και χρόνια βγήκε από τη γέφυρα. Ήταν ο Καπετάνιος Έρικ. Κοίταξε τη Σούζι, από τις μπότες μέχρι το πλατινέ μαλλί της, και μετά το τσιγάρο που κρεμόταν από τα χείλη της.

«Σούζι. Πάντα ήξερες πώς να κάνεις εντυπωσιακή είσοδο. Αλλά άργησες. Ο Βάρκας μου υποσχέθηκε δέκα τόνους καύσιμα αν του παραδώσω τα τσουβάλια στην αποβάθρα της Άνω Πόλης».

«Ο Βάρκας θα σου δώσει μια σφαίρα στο σβέρκο μόλις δέσεις, Έρικ. Το ξέρεις. Η Άνω Πόλη δεν αφήνει μάρτυρες όταν πρόκειται για τέτοιο θησαυρό. Εγώ σου προσφέρω το μόνο πράγμα που έχει αξία σήμερα: να φύγεις από εδώ ζωντανός».

Η Σούζι έκανε ένα βήμα μπροστά. Το μίνι φόρεμά της ανέμισε στον αέρα του Θερμαϊκού. Οι σκέψεις της, εκείνες οι παλιές, ενοχλητικές εικόνες, προσπάθησαν πάλι να αναδυθούν—κάτι για μια υπόσχεση που είχε δώσει κάποτε, σε κάποιον που δεν υπήρχε πια. Τις έπνιξε αμέσως.

«Δώσε μου τους σπόρους», συνέχισε, η φωνή της τώρα ήταν χαμηλή και επικίνδυνη. «Ο λαός από κάτω πεινάει. Αν τους πάρει ο Βάρκας, θα γίνουν όπλο καταπίεσης  και  εργαλείο σκλαβιάς . Αν τους πάρω εγώ, θα γίνουν ζωή. Διάλεξε πλευρά».

Πριν ο Καπετάνιος προλάβει να απαντήσει, μια φωτοβολίδα έσκισε τον ουρανό. Το λιμάνι φωτίστηκε για δευτερόλεπτα με ένα απόκοσμο κόκκινο χρώμα.

«Μας βρήκαν!» φώναξε ο Σιδεράς από τη λάντζα.

Οι σειρήνες της αστυνομίας άρχισαν να ουρλιάζουν από την πλευρά της πόλης. Οι προβολείς της Άνω Πόλης στράφηκαν προς το μέρος τους, σκίζοντας την ομίχλη σαν λεπίδες.

«Αποφάσισε τώρα, Έρικ!» ούρλιαξε η Σούζι, τραβώντας από την εσωτερική τσέπη του perfecto της ένα μικρό αλλά φονικό περίστροφο. «Ή ξεφορτώνεις στη Ζώνη 4, ή βουλιάζουμε όλοι μαζί εδώ».

Ο Καπετάνιος κοίταξε τις λάμψεις που πλησίαζαν και μετά το αποφασιστικό βλέμμα της ξανθιάς γυναίκας μπροστά του.

«Στα αμπάρια!» διέταξε τους ναύτες του. «Γρήγορα! Ξεφορτώστε στη λάντζα!»

Η μάχη με τον χρόνο είχε ξεκινήσει. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, η απόσταση ανάμεσα στη Σούζι και την αστυνομία μίκραινε. Και στην άκρη του μυαλού της, μια φωνή από το παρελθόν της ψιθύριζε: Μην τους αφήσεις να σε πιάσουν πάλι.

 

Κεφάλαιο 3: Ο Κλοιός της Άνω Πόλης

Η επιστροφή στη Ζώνη 4 ήταν μια κάθοδος στην κόλαση. Η λάντζα, φορτωμένη μέχρι τα μπούνια με τα βαριά τσουβάλια των σπόρων, έπλεε οριακά πάνω από την επιφάνεια του νερού. Κάθε φορά που ένα κύμα χτυπούσε τα πλευρά της, ο Σιδεράς έβριζε σιγανά, προσπαθώντας να κρατήσει την πορεία σταθερή μέσα στο σκοτάδι.

Η Σούζι στεκόταν στην πρύμνη, κοιτάζοντας πίσω. Οι προβολείς της αστυνομίας σάρωναν τα νερά πίσω τους, σαν τα μάτια ενός γιγάντιου θηρίου που έχασε το θήραμά του. Πήρε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο της και ένιωσε το κρύο μέταλλο του πιστολιού της να ακουμπάει στον μηρό της.

«Σούζι, αν δεν φτάσουμε στις αποθήκες σε πέντε λεπτά, θα μας εγκλωβίσουν στην ανοιχτή προβλήτα», φώναξε η Ηλέκτρα μέσα από τον ασύρματο. Η φωνή της έτρεμε από την παρεμβολή των αστυνομικών συχνοτήτων. «Ο Βάρκας έχει στείλει τις "Μαύρες Στολές" από τη στεριά. Έχουν κλείσει την Πύλη 6!»

«Οδήγησε στη σήραγγα της παλιάς αποχέτευσης, Μάρκο», διέταξε η Σούζι.

«Είναι στενά εκεί μέσα, θα γδάρουμε τη λάντζα!»

«Κάν' το!» ούρλιαξε εκείνη.

Με έναν απότομο ελιγμό, η λάντζα γλίστρησε κάτω από μια σκουριασμένη προβλήτα και χάθηκε μέσα στο στόμιο ενός τεράστιου αγωγού. Δευτερόλεπτα μετά, ένας προβολέας φώτισε το σημείο όπου βρίσκονταν πριν, αλλά δεν βρήκε τίποτα παρά μόνο απόνερα.

Μέσα στο καταφύγιο, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Το καταφύγιο ήταν μια παλιά στρατιωτική εγκατάσταση, θαμμένη κάτω από τόνους τσιμέντου και σκουριάς. Ο Σιδεράς και ορισμένοι πιστοί εργάτες του λιμανιού άρχισαν να ξεφορτώνουν τα τσουβάλια με μανία.

Η Σούζι περπάτησε στο κέντρο του δωματίου. Οι μπότες της αντηχούσαν στους υγρούς τοίχους. Έβγαλε το perfecto της και το άφησε πάνω σε ένα τραπέζι γεμάτο χάρτες. Το μαύρο μίνι φόρεμά της ήταν πλέον λερωμένο με λάσπη και λάδια, αλλά η ίδια έμοιαζε πιο επιβλητική από ποτέ.

Ξαφνικά, ένας υπόκωφος γδούπος συγκλόνισε το κτίριο. Σκόνη έπεσε από την οροφή.

«Ήρθαν», ψιθύρισε η Ηλέκτρα, κοιτάζοντας τις οθόνες των ραντάρ. «Είναι ακριβώς από πάνω. Χρησιμοποιούν θερμικές κάμερες».

Ο Αστυνόμος Βάρκας ακούστηκε από τα εξωτερικά μεγάφωνα, η φωνή του παραμορφωμένη και απειλητική: «Σούζι! Ξέρουμε ότι είσαι εκεί μέσα. Παράδωσε τους σπόρους και ίσως σε αφήσω να ζήσεις για να δεις το επόμενο ξημέρωμα. Έχεις πέντε λεπτά!»

Η Σούζι άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Το χέρι της σταθερό, αλλά μέσα της, οι εικόνες επέστρεφαν. Ένα πρόσωπο που την κοίταζε πίσω από ένα τζάμι, μια κραυγή που χάθηκε στις φλόγες. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Όχι τώρα, είπε στον εαυτό της. Τώρα πρέπει να γίνεις ο εφιάλτης τους.

«Σιδερά», είπε ήρεμα, «άνοιξε τις βαλβίδες του αερίου στον πάνω όροφο. Μην το ανάψεις ακόμα. Περίμενε να μπουν μέσα».

«Θα ανατινάξεις το κτίριο;» ρώτησε εκείνος έντρομος.

«Θα τους δώσω έναν λόγο να φοβούνται το σκοτάδι», απάντησε η Σούζι. «Ηλέκτρα, σύνδεσέ με με τους πομπούς της πόλης. Θέλω να ακούσουν όλοι τι πρόκειται να συμβεί».

Η πολιορκία είχε ξεκινήσει. Οι πρώτες χειροβομβίδες κρότου-λάμψης έσκασαν στην είσοδο. Η Σούζι στάθηκε πίσω από μια μεταλλική κολόνα, τραβώντας το κλείστρο του όπλου της. Οι «Μαύρες Στολές» άρχισαν να κατεβαίνουν τις σκάλες, σαν σκιές που καταβροχθίζουν το φως.

Αλλά δεν ήξεραν ότι σε αυτή τη μάχη, η Σούζι δεν ήταν μόνη της. Όλο το λιμάνι κρατούσε την ανάσα του μαζί της.

 

Κεφάλαιο 4: Ο Βασιλιάς των Ονείρων

Ο πρώτος τοίχος του καταφυγίου υποχώρησε με μια εκκωφαντική έκρηξη. Καπνός και σκόνη πλημμύρισαν τον διάδρομο. Οι «Μαύρες Στολές» μπήκαν μέσα με τις κάννες των αυτόματων να σαρώνουν το κενό, χρησιμοποιώντας τις δέσμες των λέιζερ για να βρουν στόχο.

Τότε, η Σούζι έγνεψε στην Ηλέκτρα.

Ξαφνικά, το σκοτάδι δεν έσπασε από φως, αλλά από ήχο. Από τα παλιά, σκουριασμένα ηχεία της αναγγεγγελλόμενης αποβάθρας που ο Σιδεράς είχε συνδέσει με τον ενισχυτή του καταφυγίου, ξέσπασε το μπάσο του "King of Dreams". Οι πρώτες νότες των Deep Purple αντήχησαν στους τσιμεντένιους τοίχους, πολλαπλασιασμένες από την ηχώ των σηράγγων.

“I’ll take you to the edge of time...”

Οι αστυνομικοί πάγωσαν. Ο ρυθμός ήταν αργός, βαρύς, σχεδόν τελετουργικός. Η μουσική δεν έπαιζε απλώς· έτρεμε μέσα στα σωθικά τους. Οι δέσμες των λέιζερ άρχισαν να τρέμουν καθώς οι μισθοφόροι προσπαθούσαν να καταλάβουν από πού ερχόταν ο ήχος.

«Τι είναι αυτό; Κλείστε το!» ούρλιαξε ο Βάρκας από τον ασύρματο, αλλά η Ηλέκτρα είχε μπλοκάρει τις συχνότητες, αντικαθιστώντας τις εντολές του με τη φωνή του Joe Lynn Turner.

Η Σούζι βγήκε από τη σκιά. Το τσιγάρο της έβγαζε μια μικρή λάμψη στο απόλυτο σκοτάδι. Φορώντας το perfecto και κρατώντας το όπλο της με μια χαλαρότητα που προκαλούσε τρόμο, άρχισε να κινείται στον ρυθμό του κομματιού. Για εκείνη, αυτή η μουσική ήταν ο ρυθμός των σκέψεων που την βασάνιζαν—ένας χορός ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη.

«Καλώς ήρθατε στη Ζώνη 4, αγόρια», ψιθύρισε.

Άνοιξε πυρ. Όχι τυφλά, αλλά με χειρουργική ακρίβεια. Κάθε φορά που το riff του κομματιού ανέβαινε, η Σούζι άλλαζε θέση, εκμεταλλευόμενη τον αποπροσανατολισμό των αστυνομικών. Οι «Μαύρες Στολές» πυροβολούσαν τις σκιές, χτυπώντας μόνο μέταλλο και σκουριά. Η μουσική τους είχε αφαιρέσει την αίσθηση του χώρου.

Στο μεταξύ, η Ηλέκτρα δεν σταμάτησε εκεί. Είχε ανοίξει τα εξωτερικά ηχεία του λιμανιού. Το "King of Dreams" άρχισε να αντηχεί πάνω από τις αποθήκες, φτάνοντας μέχρι τις προσφυγικές γειτονιές. Ήταν το σύνθημα.

Ο κόσμος που είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται έξω, άκουσε τον ρυθμό. Ήταν ένας ήχος από το παρελθόν, ένας ήχος δύναμης. Οι πρώτες πέτρες άρχισαν να πέφτουν στα περιπολικά. Οι πρώτες μολότοφ φώτισαν το λιμάνι.

Μέσα στις σήραγγες, η Σούζι πλησίασε τον επικεφαλής της ομάδας εισβολής. Τον κοίταξε στα μάτια ενώ το κομμάτι έφτανε στο ρεφρέν. Εκείνος προσπάθησε να σηκώσει το όπλο του, αλλά η Σούζι ήταν πιο γρήγορη. Με μια κίνηση, του αφαίρεσε το κράνος.

«Πες στον Βάρκα ότι ο βασιλιάς των ονείρων του μόλις πέθανε», του είπε και τον έσπρωξε πίσω στο σκοτάδι.

Η εξέγερση είχε πλέον περάσει τις πύλες. Το πλήθος, καθοδηγούμενο από τη μουσική που έβγαινε από τα σπλάχνα της γης, έσπασε τον κλοιό της αστυνομίας. Οι «Μαύρες Στολές» άρχισαν να υποχωρούν, καταλαβαίνοντας ότι δεν πολεμούσαν μόνο μια γυναίκα, αλλά μια ολόκληρη πόλη που είχε βρει ξανά τη φωνή της.

Κεφάλαιο 5: Η Πρώτη Σπορά

Η σκόνη από τις εκρήξεις κατακάθισε καθώς το "King of Dreams" έσβηνε αργά, αφήνοντας πίσω του έναν απόκοσμο βόμβο στα αυτιά των ηττημένων. Η Σούζι ανέβηκε τις σκάλες του καταφυγίου, βγαίνοντας στην κεντρική προβλήτα. Το τσιγάρο της ήταν πια μια μικρή σπίθα στο σκοτάδι.

Έξω, το θέαμα ήταν συγκλονιστικό. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν καταλάβει κάθε σπιθαμή της Ζώνης 4. Κρατούσαν αυτοσχέδιες δάδες, σωλήνες και πέτρες. Η αστυνομία, στριμωγμένη ανάμεσα στις αποθήκες και τη θάλασσα, έμοιαζε με παγιδευμένο θηρίο. Ο Αστυνόμος Βάρκας στεκόταν δίπλα στο θωρακισμένο όχημά του, με το πρόσωπο κόκκινο από την οργή και την αμηχανία.

Η Σούζι περπάτησε αργά προς το μέρος του. Οι μπότες της χτυπούσαν ρυθμικά στο τσιμέντο, και το πλήθος άνοιγε δρόμο με απόλυτη σιωπή. Το μαύρο μίνι φόρεμα ανέμιζε, και το perfecto της ήταν ανοιχτό, προκαλώντας τον παγωμένο αέρα του Θερμαϊκού.

«Τελείωσε, Βάρκα», είπε η Σούζι, φτύνοντας τον καπνό προς το μέρος του. «Το αίμα που έχυσες για να κρατήσεις την πόλη στο σκοτάδι, απόψε έγινε το λίπασμα για κάτι νέο».

Ο Βάρκας έπιασε τη λαβή του όπλου του, αλλά βλέποντας χιλιάδες μάτια να τον σημαδεύουν, το χέρι του έτρεμε. «Νομίζεις ότι νίκησες; Αυτοί οι σπόροι θα σαπίσουν στη λάσπη σας. Χρειάζεστε εμάς για να επιβιώσετε!»

Η Σούζι χαμογέλασε—ένα χαμόγελο πικρό, γεμάτο από εκείνες τις κρυφές σκέψεις που την στοίχειωναν. «Εμείς είμαστε η λάσπη, Βάρκα. Και η λάσπη είναι η μόνη που ξέρει να γεννάει ζωή».

Με ένα νεύμα της, ο Σιδεράς και η Ηλέκτρα έφεραν το πρώτο τσουβάλι. Η Σούζι έσκισε το λινάρι με το μαχαίρι της. Οι σπόροι κύλησαν στο χέρι της, καθαροί και ζωντανοί. Τους έδειξε στο πλήθος και μια ιαχή που έμοιαζε με σεισμό δόνησε τα κτίρια του λιμανιού. Οι αστυνομικοί, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχαν πλέον εξουσία, άρχισαν να επιβιβάζονται στα οχήματά τους και να αποχωρούν νικημένοι προς την Άνω Πόλη.

Καθώς το πρώτο φως της αυγής άρχισε να βάφει τον ουρανό πάνω από το Σέιχ Σου με ένα αρρωστημένο πορτοκαλί, η Σούζι κάθισε στην άκρη της προβλήτας. Ο Σιδεράς πλησίασε και της πρόσφερε ένα νέο πακέτο τσιγάρα που είχε βρει σε κάποιο κοντέινερ.

«Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε χαμηλόφωνα.

Η Σούζι κοίταξε το πέλαγος. Οι σκέψεις της, εκείνες οι εικόνες από το παρελθόν—μια υπόσχεση σε έναν αδερφό που χάθηκε, μια πόλη που κάποτε ήταν γεμάτη δέντρα—φάνηκαν για μια στιγμή πιο καθαρές.

«Θα φυτέψουμε», απάντησε. «Και θα περιμένουμε. Αν η γη μας δεχτεί, τότε ίσως αυτός ο Νέος Μεσαίωνας να είναι απλώς ένας μακρύς χειμώνας που τελειώνει».

Η ιστορία της Σούζι δεν τελείωσε εκείνο το πρωί. Ήταν μόνο η αρχή. Η ξανθιά γυναίκα με το perfecto παρέμεινε ο φύλακας του λιμανιού, μια φιγούρα ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, κουβαλώντας πάντα το μυστικό της, ενώ η Θεσσαλονίκη άρχισε να πρασινίζει ξανά ανάμεσα στις σκουριές.

 

 


Επίλογος: Το Σιωπηλό Φάντασμα

Ο ήλιος είχε πια ανέβει ψηλά, αποκαλύπτοντας τις πληγές της πόλης, αλλά και τη νέα της πνοή. Η Ζώνη 4 έσφυζε από ζωή, καθώς ο κόσμος άρχισε να οργανώνει τις πρώτες αυτοσχέδιες καλλιέργειες μέσα στις τεράστιες, άδειες αποθήκες.

Η Σούζι στάθηκε για λίγο μακριά από τους πανηγυρισμούς, πίσω από έναν σκουριασμένο γερανό που έβλεπε προς την ανοιχτή θάλασσα. Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του perfecto της ένα μικρό, δερμάτινο σημειωματάριο με φθαρμένες σελίδες. Δεν το διάβασε· απλώς το κράτησε σφιχτά ανάμεσα στα δάχτυλά της.

Το βλέμμα της χάθηκε στον ορίζοντα, εκεί που το γκρίζο του νερού συναντούσε τον μολυβένιο ουρανό. Οι σκέψεις της, εκείνος ο αδιάκοπος ψίθυρος στο πίσω μέρος του μυαλού της, έγιναν ξαφνικά πιο δυνατές. Δεν ήταν οι σπόροι, ούτε η νίκη επί του Βάρκα που την απασχολούσαν. Ήταν η συνειδητοποίηση ότι ορισμένα πράγματα που είχαν θαφτεί κάτω από την άμμο του χρόνου, άρχιζαν να βγαίνουν στην επιφάνεια.

«Σούζι; Σε φωνάζουν», είπε η Ηλέκτρα, πλησιάζοντας διστακτικά. «Ο Σιδεράς βρήκε κάτι στις παλιές γραμμές του τρένου... κάτι που δεν ταιριάζει με τα υπόλοιπα».

Η Σούζι δεν γύρισε αμέσως. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια τελευταία, βαθιά τζούρα, νιώθοντας την οικεία κάψα του καπνού.

«Πες του ότι έρχομαι», απάντησε ψυχρά.

Καθώς περπατούσε πίσω προς την ομάδα της, το βλέμμα της έπεσε για μια στιγμή στο κολιέ με τον παλιό κρίκο που κρεμόταν στον λαιμό της. Ήξερε ότι η ειρήνη στο λιμάνι ήταν μια εύθραυστη ψευδαίσθηση. Ο πόλεμος με την Άνω Πόλη ήταν μόνο η επιφάνεια. Το πραγματικό σκοτάδι, εκείνο που συνδεόταν με το όνομά της και την ιστορία που κανείς στη Θεσσαλονίκη δεν γνώριζε, την περίμενε κάπου στις σκιές της επόμενης μέρας.

Το τσιγάρο έπεσε στο χώμα. Η Σούζι συνέχισε να περπατά, ενώ ο άνεμος του Θερμαϊκού έπαιρνε μαζί του το μοναδικό πράγμα που είχε ψιθυρίσει στον εαυτό της:

«Δεν τελειώσαμε ακόμα... Δεν άρχισα καν να σας λέω την αλήθεια».

 

 


Ο ήχος από το πιάνο των Seven Devils αντηχεί απόκοσμα, λες και οι νότες γλιστρούν πάνω στις σκουριασμένες επιφάνειες των κοντέινερ. Η Σούζι στέκεται στην άκρη της Προβλήτας 4, εκεί που το τσιμέντο συναντά το μαύρο νερό. Το πλατινέ μαλλί της είναι το μοναδικό πράγμα που λάμπει μέσα στο ημίφως της αυγής, μια μικρή, ηλεκτρισμένη σπίθα σε έναν κόσμο που έχει ξεχάσει τι σημαίνει φως.

Παίρνει μια τελευταία, βαθιά τζούρα. Η λάμψη του τσιγάρου της φωτίζει για δευτερόλεπτα τα σφιγμένα της χείλη. Φυσάει τον καπνό ψηλά και εκείνος μπερδεύεται με την ομίχλη του Θερμαϊκού, γινόμενος ένα με την ανάσα της πόλης. Το μαύρο μίνι φόρεμα ανεμίζει γύρω από τις μπότες της, ενώ το δερμάτινο perfecto της μοιάζει πια με πανοπλία που άντεξε ακόμα μια μάχη.

Δεν κοιτάζει πίσω, προς τους ανθρώπους που πανηγυρίζουν. Κοιτάζει μπροστά, εκεί που ο ορίζοντας είναι ακόμα κλειστός και απειλητικός. Καθώς η μουσική κορυφώνεται, η φιγούρα της αρχίζει να θολώνει μέσα στην καταχνιά. Μοιάζει με φάντασμα που αρνείται να εξαφανιστεί, μια βασίλισσα της σκουριάς που μόλις πήρε το στέμμα της, αλλά ξέρει ότι το τίμημα δεν έχει πληρωθεί ακόμα.

Το πλάνο στενεύει στην πλάτη της, στο κεντημένο σήμα του παλιού της μπουφάν, και μετά όλα βυθίζονται στο γκρίζο. Η μουσική σβήνει με μια τελευταία, βαριά νότα, αφήνοντας πίσω της μόνο τον ήχο της θάλασσας που χτυπά ρυθμικά τις αποβάθρες.

 Τέλος Πρώτου Βιβλίου.


Σχόλια